Η θεία Νινή, .... η γειτόνισσα

Η θεία Νινή, .... η γειτόνισσα

Τρίτη συνέχεια (ψάξτε τις δυο προηγούμενες στις δημοσιεύσεις) του Book Hill

Στη Νάστα πήγαινα μια δυο φορές την εβδομάδα αλλά εμφανίστηκε και κάτι άλλο στην ζωή μου.
Μελαχρινή την έλεγαν μα ήταν ένα πραγματικό Νινί στα 40 της. Η Νινή καθόταν απέναντι στο σπίτι μας, παντρεμένη με 2 αγόρια μεγαλύτερα από μένα που σπούδαζαν. Ο σύζυγος ήταν ατζέντης σε πλοία και δούλευε τον περισσότερο χρόνο στον Πειραιά. Άλλη πεινασμένη κι αυτή.

Με έπιασε λοιπόν μια μέρα και μου άρχισε την ανάκριση.
-Σε είδα στης Νάστας το σπίτι. Τι έκανες εκεί;
-Δουλειές , της λέω.
-Σε πληρώνει; Συνέχισε η ανάκριση.
-Βέβαια, της απαντώ.
-Πόσα σου δίνει; Έχω κι εγώ κάτι δουλειές να μου κάνεις. Θα έρθεις; Με ρώτησε με νάζι.

Η πρόταση της Νινής ακούστηκε δελεαστική. Ίσως έπρεπε να διακόψω με τη Νάστα αλλά πως θα το πάρει; Σκέφτηκα να της βρω άλλον άντρα για να απασχολείται μαζί του και βέβαια είχα τον κατάλληλο. Ο Γιώργος. Ωραίο παιδί. Λίγο πιο μεγάλος μου. Δεν στροφάρει πολύ καλά αλλά έχει ένα τεράστιο πουλί περίπου τέσσερα δάχτυλα πιο μεγάλο από το δικό μου. Δεν μπορούσε να βάλει σορτσάκι γιατί "το κεφαλάκι" του κρεμόταν απ’ έξω. Δεν του είπα πολλά, απλά ότι θα πάμε να βοηθήσουμε μια καλή κυρία που χήρεψε πρόσφατα.

Η Νάστα ήθελε να στείλει τα ρούχα του μακαρίτη στην φιλόπτωχο. Έτσι πήρα και το Γιώργο να με βοηθήσει. Εκείνη μας καλοδέχτηκε και μας κέρασε μια βυσσινάδα. Ύστερα από μισή ώρα, προφασίστηκα ότι με φωνάζει η μάνα μου και έφυγα αφήνοντας τους, μόνους στο σπίτι.

Το απόγευμα ο Γιώργος δεν φάνηκε στη γειτονιά. Γιατί άραγε; Ελπίζω να περνάει καλά. Και όντως περνούσε πολύ καλά αφού η Νάστα ανακάλυψε τα κουράγια και το μέγεθος του γιγάντιου πέους του Γιώργου πολύ νωρίς. Έτσι, όπως μου είπε την άλλη μέρα πέρασε τέλεια. Μου ήρθε στο μπάνιο με ένα τεράστιο χαμόγελο και μου είπε την ιστορία του που δα σας την διηγηθώ σε άλλο επεισόδιο. Πολύ καυλωτική!! Ρίξαμε μια βουτιά για να μας περάσει η σηκωμάρα και γυρίσαμε σπίτι.

Η μάνα μου είχε ψήσει μελιτζάνες ιμάμ που μου αρέσουν. Την ώρα που έτρωγα μου λέει.
-Η θεία Νινή σε θέλει.
-Τι με θέλει, έχω άλλες δουλειές.. έκανα το δύσκολο.
- Πρέπει να πας να την βοηθήσεις. Είναι καλή γειτόνισσά. Τώρα που λείπουν όλοι, μόνο εμάς έχει για παρέα. Οι γιοι της πήγαν διακοπές και ο άντρας της είναι στον Πειραιά .. Να πας.. μόλις φας το φαγητό σου να πας να δεις τι θέλει. Μου λέει.
-Μαμά! Άσε με να φάω με την ησυχία μου και το απόγευμα θα πάω. Στο υπόσχομαι.

Την ρώτησα το «θεία» από που βγαίνει, αν είμαστε δηλαδή συγγενείς και…. Όχι πως θα πείραζε να φιστίκωνα τη θεία μου, αλλά λέμε. Μου είπε πως είναι μακρινά ξαδέλφια και ηρέμισα. Αν και με εξιτάριζε να είμαστε και πιο κοντινά. Πήγα και ξάπλωσα λίγο για να μην δίνω στόχο και το απογευματάκι τα μάζεψα και πήγα στις Νινής. Είπα και στη μάνα μου ότι πάω να "τακτοποιήσω" τη θεία, για να ησυχάσει. Πήρα κι ένα -μπράβο- σαν καλό προσκοπάκι που ήμουν.
Η Νινή μόλις είχε ξυπνήσει από την μεσημεριανή σιέστα της. Ήταν μαχμουρλού με στραβοκουμπωμένη την ρόμπα της, που άφηνε το ένα της μπούτι γυμνό ενώ από την άλλη έφτανε στο γόνατο.

-Καλώς τον κι ας άργησες, μου λέει
-Το καλό πράγμα αργεί, της απάντησα γελώντας.

Πήγε να κάνει καφέδες κι έτρεξα κι εγώ στην κουζίνα. Ώσπου να τους σερβίρει, ανακάλυψε ότι ήταν στραβοκουμπωμένη και μπροστά μου, χωρίς ίχνος ντροπής, ξεκουμπώθηκε και έψαχνε τη σωστή σειρά στις κουμπότρυπες που ποτέ δεν τις έβρισκε σωστά. Από μέσα φορούσε μόνο μια ροζ κιλότα διάφανη που έκανε το πουλί μου να αγριέψει. Δεν φορούσε σουτιέν αλλά δεν άφησε να φανούν οι ρώγες της. Παρ όλα αυτά ξεχώριζαν έξω από την ρόμπα. Αφού κούμπωσε 2-3 κουμπιά κάθισε απερίσκεπτα σ’ ένα σκαμπό για να πιούμε τον καφέ. Άνοιξε τα μπούτια της κι έκανε αέρα με μια εφημερίδα.

-Πολύ ζέστη βρε παιδί μου, ιδρώνω πολύ. Παντού ιδρώνω.
Μου λέει σαν να μην τρέχει τίποτα. Εγώ κοίταζα τα μπούτια της και μου έτρεχαν τα σάλια.
-Πριν έρθεις, ήμουν ολόγυμνη. Έτσι πάω συνέχεια και κάνω κρύα ντουζάκια για να αντέξω τη κάψα.
-Θεία κάνε όπως νομίζεις.. Δεν θα σε παρεξηγήσω!! Δεν θα κοιτάω…
-Εδώ γελάμε… μου λέει. Ξέρω τι βρωμιάρης είσαι. Σιγά που δεν θα γυρίσεις. Χα χα χα.
-Θεία είμαι καλό παιδί … με παρεξήγησες.
-Σε βλέπω που κρύβεσαι κάτω από τη σκάλα για να κοιτάς το βρακί μου. Ορίστε θέλεις να το δεις; Γιατί δεν το ζητάς;

Μου είπε και άνοιξε τα σκέλια της διάπλατα. Τρελάθηκα. Το κιλοτάκι της ήταν μικρό και μουσκεμένο από υγρά και ιδρώτα. Μερικές τριχούλες πετούσαν από πάνω από το λάστιχο σαν μαλάκια μωρού. Δεν μπορούσα να συγκρατήσω το πουλί μου μέσα στο πανταλόνι και μάλλον είδε το καρούμπαλο…

-Άσε με να κάνω λίγο αέρα πριν πάμε για τη δουλίτσα που σε ήθελα. Μου λέει.

Με καρφωμένα τα μάτια στο φουσκωμένο σορτσάκι μου, συνέχισε να κουνά την εφημερίδα μπροστά από τα πλούσια και αφράτα μπούτια της. Απ όλα είχε ο μπαξές. Αφού ήπιαμε τον καφέ, μου είπε ότι πρέπει να ανεβούμε στο πατάρι να κατεβάσουμε τα άχρηστα για να κάνει τόπο να ανεβάσει καινούρια κουτιά.

Προθυμοποιήθηκε να ανέβει εκείνη πάνω κι εγώ να παίρνω τα κουτιά κάτω. Απόλαυσα τις μπουτάρες και τον ολοστρόγγυλο πισινό της στο σκαλάκι, μέχρι που χώθηκε στη τρύπα του παταριού. Δεν έχασα την ευκαιρία και έβγαλα έξω το πουλί μου και το έπαιζα για τη Νινή. Όμως σε λίγο με καλούσε σε βοήθεια. Έκανα μια προσπάθεια να τον κρύψω αλλά που; Είχε κολλήσει το φερμουάρ.

-Χάρη έλα πάνω παιδί μου, έλα και έχω μπερδέψει… μου φώναξε απελπισμένα. Ανέβηκα όπως ήμουν ξεκούμπωτος και την είδα χωμένη ανάμεσα σε χαρτόκουτες να παλεύει να τις μετακινήσει. Είχε τρομερή ζέστη.
-Χάρη παιδί μου... να περάσεις από πάνω μου και να ανοίξεις το φεγγίτη. Αλλιώς θα σκάσουμε εδώ μέσα.

Δεν υπήρχε άλλος τρόπος από το να την καβαλήσω τη θεία Νινή και να κάνω αυτό που μου είπε. Γλίστρησα πάνω της (στο ύψος το πατάρι χωράει κάποιος, μόνο γονατιστός) και προσπαθούσα να φτάσω το παράθυρο. Μια μπρος μια πίσω ξεκουμπώθηκαν όλα τα κουμπιά της. Εγώ ήμουν με το πουλί να κρέμεται έξω.

Άνοιξε τα μπούτια της και τα σήκωσε για να μου κάνει τόπο να περάσω, όμως το λάστιχο της κιλότας της δεν άντεξε στην πίεση κι έσπασε αφήνοντάς την εντελώς γυμνή. Αυτά τα πράγματα μόνο σε ταινίες συμβαίνουν. Όσο και να το στήνεις δεν πετυχαίνει έτσι. Η Νινή γυμνή ξάπλα στο πατάρι κι εγώ καβάλα από πάνω της με το πουλί σηκωμένο. Οπότε καταλαβαίνεται ότι το μοιραίο δεν άργησέ να γίνει. Ευτυχώς πρόλαβα να ανοίξω το παράθυρο διάπλατα και ξαναγύρισα αφήνοντας να συμβεί η διείσδυση. Η θεία Νινή έκανε πως δεν κατάλαβε. Ήταν μουσκεμένη και ίσως δεν πήρε χαμπάρι πως την πηδούσα. Όμως σε λίγο μου ψέλλισε..

-Αχ! Τι ωραίο το αεράκι… Μπράβο βρε Χάρη μου!! μείνε έτσι να ξεκουραστούμε λίγο και μετά συνεχίζουμε.

Αυτό το μήνυμα ήταν πολύ σημαντικό για την εξέλιξη των πραγμάτων. Της χούφτωσα τα βυζιά και της τσιμπούσα τις ρώγες. Είχε δεν είχε, "το πνίξαμε το κουνέλι". Άρχισα να την πηδάω όλο και πιο γρήγορα. Την είδα να αγκομαχεί και να γλύφει τα χείλια της. Δεν άντεξε για πολύ και την είδα να κλαψουρίζει όλο και πιο έντονα, σαν κάτι να την είχε τσιμπήσει.

-Τι έχεις, την ρωτώ.. Να σταματήσουμε; Πονάς;
-Όχι… χύνω χύνω χύνωωωωω. Μου φώναξε στο αυτί. Συνέχισε πιο δυνατά. Πιο δυνατά…

Αρχίσαμε να φιλιόμαστε και να γλύφει ο ένας τον άλλο. Ήταν μια κούκλα. Σαντιγί!! Μια αφράτη τούρτα. Την ήθελα τόσο καιρό και δεν μπορούσα να την φάω. Τώρα την κάρφωνα μέσα σε μια ποντικότρυπα. Παρ όλα αυτά ήταν τέλειο. Ήθελα να χύσω κι εγώ και το κατάλαβε.

-Μη με γκαστρώσεις αγάπη μου. Πρόσεχε. Ε; λείπει ο άντρας μου και δεν παίρνω χαπάκι..

Τι χαπάκι; Βέβαια, δεν είχα και πολλές επιλογές, τραβήχτηκα και έχυσα πάνω στην κοιλιά της. Εκείνη πέρασε το χέρι και τα μάλαζε. Μετά έγλυψε τα δάχτυλά της καθαρίζοντάς τα με τη γλώσσα της. Mου πρότεινε φιλί και μέσα στην καύλα μου το έκανα. Εγώ έτρεμα από όλα αυτά που μου συνέβησαν. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Όταν προσπάθησα να κατέβω τη σκάλα, έτρεμα. Γλίστρησα κι έπεσα από το τρίτο σκαλοπάτι. Ευτυχώς δεν χτύπησα.

Κατέβηκε κι εκείνη ολόγυμνη και με πήρε μαζί της στο μπάνιο για ντους. Έτριβε ο ένας τον άλλο με αφρόλουτρα μέχρι που γονάτισε και μου τον πήρε απαλά στο στόμα. Η γλώσσα της έπαιζε ένα τρελό γαϊτανάκι γύρω από το πουλί μου. Μετά τον έχασα ολόκληρο μέσα στο βαθύ λαρύγγι της. Δεν μπορούσα να αντισταθώ και ξανάχυσα μέσα στο στόμα της. Ήταν απίστευτη. Μου ζήτησε πάλι φιλάκι και το έκανα χωρίς να με νοιάζει που πριν είχε τα χύσια μου. Μπορώ να πω ότι αυτό με καύλωνε και μου σηκώθηκε πάλι. Με σκούπισε πρόχειρα με μια πετσέτα και με πήρε απ’ το χέρι για την κρεβατοκάμαρα. Με πέταξε στο κρεβάτι της και πήδησε πάνω μου παίρνοντας βαθιά μέσα της το καυλί μου.

-Παλιόπαιδο με καυλώνεις. Όταν κρύβεσαι και μου κάνεις μπανιστήρι κάτω από τη σκάλα, εγώ καυλώνω άσχημα. Το ξέρεις; Έρχομαι πάνω κι αμέσως παίζω την κλειτορίδα μου και χύνω. Χύνω για σένα ρε αλήτη. Ναι .. Για σένα. Βρωμιάρη!!
Έλεγε και ξανάλεγε καθώς με πηδούσε όλο και πιο άγρια. Της άρεσαν τα προστυχόλογα. Η αλήθεια είναι ότι πράγματι της έκανα μπανιστήρι μερικές φορές αλλά δεν ήξερα ότι με είδε, ούτε ότι παθαίνει τόσα χάλια!

-Βλέπεις πως κοντοστέκομαι στη σκάλα και δήθεν φτιάχνω το πασούμι μου; Είναι που θέλω να κοιτάς τα μπούτια μου. Το μουνί μου εκείνη τη στιγμή σταλάζει πουτόγλινα και μουσκεύω. Κάθομαι και ποτίζω τα λουλούδια κι εσύ είσαι από κάτω. Μερικές φορές θέλω να μαλακιστώ στη σκάλα, μπροστά σου αλλά φοβάμαι μη με δει η μάνα σου. Τι μου κάνεις κωλόπαιδο!! Αχ! Τι μου κάνεις;
-Θεία… μόνο πρόλαβα να πω.. και με διέκοψε επιθετικά..
-Άκου τι θα κάνουμε.. μου λέει. Θα κάτσεις στην πολυθρόνα κι εγώ στο κρεβάτι. Θα με κοιτάς κι εγώ θα το παίζω το μουνί μου για σένα. Είσαι; Πάμε;

Έτσι κι έγινε. Πήρε ένα δονητή από το κομοδίνο τον άνοιξε και τον κάρφωσε στη μουνάρα της. Με το άλλο χέρι άρχισε να παίζει με την κλειτορίδα της. Δεν άργησε να κλαίει όλο και πιο δυνατά μέχρι που δεν μπορούσε να το ελέγξει και άρχισε να κατουράει. σιντριβάνι η μουνάρα της. Συνέχισε πιο δυνατά και όλο πίδακες πετιόταν μέσα από το μουνί της μέχρι που άδειασε εντελώς από τσίσα και χύσια.

Είχε γίνει ράκος. Την πήρα στο μπάνιο να της κάνω ντους και την έβαλα στον καναπέ να ηρεμίσει. Δεν περίμενα να έχει τόση πολλή καύλα για μένα. Την ανάβει λέει που κοιτώ το βρακί της. Πήγα στην κουζίνα και έφτιαξα τηγανίτες με μέλι. Έβαλα και σπασμένα καρύδια και τα σέρβιρα με κρύα πορτοκαλάδα στο τραπέζι. Η Νινή ήρθε και κάθισε στο απέναντι κάθισμα. Έτρωγε ανέμελα της τηγανίτες και έσταζαν τα μέλια πάνω στα θεσπέσια βυζιά της.
Πιάσαμε κουβέντα για διάφορα και εγώ ήθελα να μάθω περισσότερα για την μακρινή συγγένεια που είχαμε οι οικογένειες. Όπως μου είπε η μάνα μου δηλαδή.

Εκείνη έτρωγε με απάθεια και δεν μιλούσε. Σε μια στιγμή γύρισε με κοίταξε, χαμογέλασε ειρωνικά και μου απάντησε πειραγμένα.
-Η μάνα σου λέει μπούρδες. Ακόμα δεν θέλει να το πιστέψει.
-Τι να πιστέψει δηλαδή; Δεν καταλαβαίνω θεία.
-Εσύ σωστά με φωνάζεις θεία. Το οικόπεδο που είναι το σπίτι σας ήταν ένα με το δικό μου. Ο παππούς σου ο Χαρίλαος το αγόρασε μετά την προσφυγιά. Η μάνα μου έμενε τρία σπίτια παρακάτω. Έχασε τον άντρα της στο διωγμό, ήταν μόνη και πολύ όμορφη. Ο παππούς σου ήταν ωραίος άνδρας, ψηλός και γεροδεμένος. Περνούσε και της πετούσε λουλούδια. Κάποιο βράδυ …. του άνοιξε την πόρτα…. και έτσι γεννήθηκα εγώ.
-Ώστε, είστε αδελφές λοιπόν;
-Ναι είμαστε ετεροθαλείς αδελφές. Μας μοίρασε το οικόπεδο δίκαια και έτσι έχτισα το σπίτι. Μην της πεις τίποτα. Αφού δεν θέλει να ξέρεις.
-Μα θεία …. Μήπως δεν κάνει να….;
-Τι δεν…. κάνει;
-Λέω, ίσως δεν πρέπει να …. Πηδιόμαστε. Θεία και ανιψιός.
-Γιατί βρε ξυραφάκια έχει το πράμα μου; Ξέρεις το παλιό ρητό που έλεγαν… «κάμε γιέ μου τη δουλειά σου, κι ύστερα είμαι πάλι θειά σου».

Κάθε φορά που τελείωνε μια πρόταση η θεία Νινή έτρωγε και μια πιρουνιά, αφήνοντας να πέσουν μπόλικα μέλια στα πλούσια στήθια της.

-Να … ρε θείτσα, λένε πως οι συγγενείς κάνουν χαζά παιδιά.
-Γιατί; είχες σκοπό να μου κάνεις παιδί;. Άμα με γκαστρώσεις θα σε φάω! Μην πιστεύεις βλακείες. Ξέρεις πόσα παιδιά στη γειτονιά μας είναι σαν εμένα με τη μάνα σου; Πολλά!!
-Ξέρεις πόσα απ αυτά τα έφτιαξαν και παντρεύτηκαν χωρίς να το ξέρουν; Ποιος θα τολμίσει να τους το πει; Μου φώναξε με γέλια, ρίχνοντας κι άλλα κομμάτια πάνω της.
-Μη σε νοιάζει θεία, της λέω, θα σου τα καθαρίσω με τη γλώσσα μου. Τρώγε όπως θέλεις.

Εκείνη χαμογέλασε πονηρά και συνέχισε να τρώει άξεστα.

-Αυτά μου κάνεις και θέλω πάλι γαμήσι. Ας ήταν να σου έμοιαζε λίγο ο αχαΐρευτος ο άντρας μου.
Έριξε κι άλλα, κι άλλα και πήγα εγώ, γονατιστός μπροστά της κι έγλυφα, έγλυφα, έγλυφα βυζάρες και δεν σταματούσα. Μετά με σήκωσε όρθιο πήρε το μέλι και πασάλειψε το πουλί μου μέχρι τη ρίζα. Περιττό να σας πω ότι τον έχασα όλον μέσα στο στόμα της. Της άρεσε το μέλι. Δεν μπορούσα να χύσω πια. Δεν είχα άλλα. Τέρμα. Στέρεψα! Εν τω μεταξύ με φώναζε η μάνα μου. Μην τύχει κι έρθει πάνω και μας δει έτσι! Θα φρικάρει. Ντύθηκα και κατέβηκα. Αυτή ήταν η πρώτη φορά με την θεία Νινή ή την Μελαχρινή όπως την φωνάζει ο άντρας της.

Ήταν μια υπέροχη μέρα.
Published by Bobby_Kill
11 months ago
Loading...