Ο Βαγγέλης και τα κορίτσια του
Ο Βαγγέλης και τα κορίτσια του
Καλησπέρα, λοιπόν… Μου ζητάτε να σας γράψω αναλυτικά την ιστορία που σας αναφέρω στα προσωπικά μηνύματα και στις πριβέ κουβεντούλες, για να μάθουν και οι άλλοι περί τίνος πρόκειται.
Η ιστορία αυτή είναι εν μέρει αληθινή. Και λέω εν μέρει γιατί πέρα απ όσα ακούστηκαν στο χωριό, χρειάστηκε να μαντέψω αρκετά και να προσθέσω κομμάτια από άλλες ιστορίες που έχουν συμβεί και είναι πολύ πιθανόν να συνέβησαν και στη δική μας ιστορία.
Το όλο εγχείρημα ξεκίνησε στην 3η εγκυμοσύνη της γυναίκας του. Τότε η πρώτη η Μαρία ήταν στην προχωρημένη εφηβεία και η δεύτερη Νίκη ίσα που έμπαινε. Το έντονο πρόβλημα αγαμίας που αντιμετώπιζε ο μπαμπάς ήταν πως η Γεωργία η γυναίκα του δεν άντεχε να πηδιέται στις εγκυμοσύνες της και αρνιόταν κάθε σεξουαλική επαφή μαζί του. Ο Βαγγέλης ήταν γραμματικός στο χωριό του και ως εξουσία το έπαιζε μάγκας. Κάθε φορά που έμενε έγκυος η Γεωργία αυτός μεθούσε τα βράδια στο καφενείο και την έπεφτε σε κάθε θηλυκό με προτίμηση τα μικρά. Κάποιο βράδυ (βγήκε μετά στη φόρα) και επειδή όλες τον ήξεραν και τον απέφευγαν, πήγε στο σπίτι της αδελφής του που έλειπε στην πόλη. Χτύπησε την πόρτα και του άνοιξε η μικρή της κόρη. Της ζήτησε να τον κεράσει ένα ούζο. Η μικρή με την οικειότητα της συγγένειας του έφερε ένα ούζο που το ήπιε μονορούφι και μετά άρχισε να την χαμουρεύει. «Τι όμορφα μαλλάκια που έχεις!! Θα γίνει πολύ όμορφη, έχεις τόσο λεπτή μέση, ένα να δω λίγο το στήθος σου..» και τέτοια.
Η μικρή δεν ενέδωσε και τον απόφευγε μέχρι που μπήκε μέσα ο πατέρας της. Άκουσε το Βαγγέλη να κολλάει στη μικρή και όρμισε και του μαύρισε το μάτι. Είδε και αποείδε ο Βαγγέλης τα μάζεψε και γύρισε στο σπίτι. Δικαιολογήθηκε στη γυναίκα του ότι χτύπησε σ' έλα κλαδί στο δρόμο και όλα καλά. Η γυναίκα του ήταν καχύποπτη και υπέθεσε ότι κάποιος καβγάς είχε γίνει. Ετοιμαζόταν για ανάκριση, αλλά σταμάτησε γιατί έτρεξε η κόρη να του βάλει κομπρέσες στο μάτι και τσιρότα. Η Μαρία, η μεγάλη ,άκουσε την έντονη συζήτηση και σηκώθηκε από το κρεβάτι φορώντας το νυχτικάκι της. Ήταν αργά και η μάνα που ήταν 6μηνών έγκυος, δεν άντεχε πολλά και πήγε στο δωμάτιό της αφήνοντας την Μαρία να περιποιηθεί τον πατέρα της.
Ο Βαγγέλης κοιμόταν αυτούς τους 6 μήνες της εγκυμοσύνης στο ντιβάνι του διαδρόμου. Εκεί που τον είχε εξορίσει η γυναίκα του. Η Μαρία τον λυπόταν γιατί ήξερε από τους καβγάδες με τη μάνα της, ότι δεν τα πάνε καλά και υποφέρει. Αυτός είχε 6 μήνες να πάει με γυναίκα και τώρα το κοριτσάκι του, μοσχομύριζε σαν κουφετάκι. Μέσα στη ζάλη του από το ούζο και τη γροθιά που έφαγε, την αγκάλιασε για να την ευχαριστήσει για την περιποίηση αλλά τα χέρια του πέρασαν κάτω από το νυχτικό και σε λίγο μέσα στο εσώρουχο. Η Μαρία για μια στιγμή βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Τον αγαπούσε, σαν το αρσενικό του σπιτιού κι από την άλλη τα τσούγκριζε τακτικά με τη μάνα της διεκδικώντας την θέση της στην ιεραρχία του νοικοκυριού, έτσι τον άφησε να παίξει για λίγο μαζί της. Του επέτρεψε να την χουφτώσει. Το έβλεπε σαν υποχρέωση, σαν ανάγκη. Ίσως αν τον καλμάρει λίγο, να σταματήσουν οι γλώσσες του χωριού να τον θεωρούν "μπήχτη" και καμάκι.
Μεγάλο το ρίσκο, αλλά ξέρεις όταν μεγαλώνει η τρίχα και γυρίζει μέσα στο μουνάκι, έχει περίεργά αποτελέσματα. Καινούρια συναισθήματα ξεπηδούν σε συνδυασμό με τις νεανικές ορμόνες που ανεβαίνουν στο κεφάλι και σε πνίγουν. Σε τυφλώνουν και θέλεις να τα νοιώσεις όλα. Οι μαγικές δυνάμεις της φύσεις είναι τόσο δυνατές που δεν κοιτάζεις ποιος είναι το αρσενικό. Δεν ξέρεις τι θα γίνει, αλλά θέλεις να μάθεις μέχρι θανάτου το παρακάτω στόρυ. Όταν νοιώσεις το χνώτο του δίπλα στο αφτί σου, όταν ακουμπήσει το μουστάκι του στο λαιμό σου, όταν το χέρι του σου τρίβει το κωλαράκι μέσα απ το εσώρουχο, τότε νοιώθεις σαν να θέλεις να κατουρήσεις χωρίς να κατουριέσαι. Κι όμως λίγα τσισάκια έτρεξαν σαν δάκρυα μέσα από τη σχισμάδα της Μαρίας εκείνη τη στιγμή που ο μπαμπάκας την έτριβε με το δάχτυλο του πάνω κάτω.
Έγειρε το κεφάλι της πάνω στο δικό του, δείχνοντας την θετική της πρόθεση και την αποδοχή των προκαταρκτικών χωρίς να είναι σίγουρη για το τι θα επακολουθήσει. Φόβος και λαχτάρα μαζί. Με την εμπιστοσύνη στον μπαμπά ότι δεν θα την πονέσει, άφησε ένα χαριτωμένο αναστεναγμό να βγει από το δαχτυλιδένιο στόμα της. Τότε ο Βαγγέλης πήρε θάρρος και άρχισε το χαμούρεμα της κόρης του, που εκείνη το δεχόταν με χαρά.
Για να μην τους πιάσει η μάνα, τον πήρε στο δωμάτιό της που κοιμόταν και η μικρή της αδελφή η Νίκη. Εκεί δεν χρειάστηκε πολύ ο Βαγγέλης για να την γδύσει και να απολαύσει το θεϊκό κορμάκι της κόρης του. Χωρίς κανένα ενδοιασμό κι από τους δύο της πήρε γλυκά γλυκά την παρθενιά και την έκανε να στενάξει πολλές φορές μέχρι το πρωί. Η Μαρία δεν ήξερε αν είναι καλό ή κακό να σε πηδάει ο ίδιος πατέρας σου, όμως το ένοιωθε σαν υποχρέωση για να καλύψει της ανάγκες του. Ήταν μια όμορφη συνεύρεση και πολύ διασκεδαστική. Από την κοινωνία μαθαίνουμε ότι είναι κακό αλλά εδώ υπάρχουν άλλες προτεραιότητες. Ο Βαγγέλης την πηδούσε σχεδόν καθημερινά για 5 ακόμα μήνες μέχρι να γεννηθεί η τρίτη της αδελφή.
Υπήρχε όμως και κάποιος άλλος στο ίδιο δωμάτιο με τον Βαγγέλη και τη Μαρία. Δυο μάτια άνοιγαν και παρακολουθούσαν. Συνηθισμένα στο μισοσκόταδο έβλεπαν τα πάντα.
Η Γεωργία τα είχε καταλάβει όλα αλλά τα άφηνε να κυλίσουν γιατί δεν άντεχε το σεξ στην εγκυμοσύνη. Μετά τον τοκετό όλα πάλι ήρθαν ρολόι. Όμως υπήρχε κάτι πίσω που είχε ξεκινήσει και είχε απαιτήσεις. Ήταν η Μαρία που είχε γίνει γυναίκα και διεκδικούσε τον μπαμπά της πολύ περισσότερο από πριν. Οι τσακωμοί με τη μαμά τώρα, ήταν ομηρικοί. Μέχρι που η Γεωργία υπέκυψε και υπόμενε να βλέπει τον Βαγγέλη στο δωμάτιο των κοριτσιών 1-2 φορές την εβδομάδα. Ο καιρός περνούσε και η Νίκη μεγάλωνε και ήθελε το μερίδιό της.
Ένα βράδυ λοιπόν που ο Βαγγέλης είχε ξεσκεπάσει η Μαρία και την ώρα που μάζευε με τη γλώσσα του τα υγρά στο γλυκό μουνάκι της, η Νίκη σηκώθηκε από το κρεβάτι και ήρθε να ξαπλώσει δίπλα τους αφού πρώτα έβγαλε το κιλοτάκι της. «Θέλω κι εγώ» του λέει με θράσος ανοίγοντας διάπλατα τα αφράτα μπουτάκια της. «Τόσο καιρό που σας βλέπω, με φαγουρίζει του μουνάκι μου και το τρίβω μόνη μου» τους λέει. Η Μαρία ένοιωσε κάπως περίεργα αν και οι δύο τους ήταν πολύ απρόσεκτοι στο σεξ, βογκούσαν! Οπότε ήταν θέμα ημερών να γίνει και με τη Νίκη. Αυτό τρέλαινε το Βαγγέλη που έκανε τρίο με τα κορίτσια του και βέβαια αμελούσε την γυναίκα του.
Μια καθυστέρηση της περιόδου της Μαρίας τον έκανε να σκεφτεί λίγο πιο σοβαρά τα πράγματα. Πέρασαν δέκα μέρες αγωνίας μέχρι που ήρθε πάλι και ευτυχώς δεν είχαν κι άλλες εγκυμοσύνες. Βέβαια την περίοδο της Μαρίας την πλήρωνε η Νίκη που την ξεπάτωνε κυριολεκτικά. Ήταν και πιο χαδιάρα από τη μεγάλη, του έκανε και πίπες, τον άφηνε να την πηδάει από το κωλαράκι. Άρχισε να διεκδικεί τον μπαμπά περισσότερο.
Η Μαρία μετά από λίγα χρόνια έφυγε στην πόλη κι έπιασε δουλειά σε κάποιο μεγάλο πολυκατάστημα. Όμως κάθε Κυριακή πήγαινε στο πατρικό της για να δει την οικογένεια και τον μπαμπά. Όσο περνούσε ο καιρός ένοιωθε και πιο παραμελημένη. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από το βράδυ εκείνο με τη γροθιά στα μούτρα του μπαμπά. Η μικρότερη η Ευτυχία άρχισε να σχηματίζεται κι αυτή σε μια δεσποινίδα. Κάποια στιγμή η Νίκη της έσκασε το μυστικό. «Ο μπαμπάς χαϊδεύει τη μικρή. Την παίρνει με το μηχανάκι και χάνονται ώρες» . Η Μαρία ένα απόγευμα τους ακολούθησε. Έφτασαν σε ένα απόμερο δασάκι κι εκεί ο Βαγγέλης έβγαλε το πουλί του και το έδωσε στην Ευτυχία να το πιπιλίζει. Εκείνη το έβρισκε παιχνίδι , χαριεντιζόταν μαζί του και γελούσε.
Αυτό ήταν και η χαριστική βολή στις σχέσεις των κοριτσιών με τον πατέρα τους. Δήλωσαν αμέσως στη μάνα ότι θα πάνε στην αστυνομία και θα καταγγείλουν «βιασμούς κατ’ εξακολούθηση από τον πατέρα τους.» Εκείνη έκυψε το κεφάλι και έδωσε την συναίνεση της γνωρίζοντας όλη την αλήθεια. Δεν θα μπορούσε να αρνηθεί. Βέβαια ποιος ήταν ο ηθικός αυτουργός σε όλη αυτή την υπόθεση; Μα η Γεωργία βέβαια. Αν του καθόταν στις εγκυμοσύνες της ίσως να μην έφτανε το πράγμα ως εδώ. Μπορεί και όχι.. Ο λαός λέει και το άλλο. Αλλοίμονο που το έχει η κούτρα του να κατεβάζει ψείρες!!
Ο Βαγγέλης οδηγήθηκε στον εισαγγελέα που στηρίχθηκε στις καταγγελίες της Μαρίας και της Νίκης και με την μαρτυρία της Γεωργίας κλείστηκε φυλακή ως δράστης ενδοοικογενειακής βίας. Ως «βιαστής» λοιπόν πήγε μέσα ένας άνθρωπος που απλά ήθελε να αδειάζει το σακουλάκι του τακτικά και που μοίραζε σε όλες της γυναίκες της οικογένειας χαρά και ικανοποίηση για αρκετά χρόνια.
Τώρα πια έχοντας εκτίσει ένα μεγάλο μέρος της ποινής του, αφέθηκε ελεύθερος και βέβαια ζει μακριά από της γυναίκες που τον χάρηκαν τόσα χρόνια και τον πρόδωσαν από ζήλεια. Είναι αγνώστου διαμονής.
Μπουκ Χιλλ.
Καλησπέρα, λοιπόν… Μου ζητάτε να σας γράψω αναλυτικά την ιστορία που σας αναφέρω στα προσωπικά μηνύματα και στις πριβέ κουβεντούλες, για να μάθουν και οι άλλοι περί τίνος πρόκειται.
Η ιστορία αυτή είναι εν μέρει αληθινή. Και λέω εν μέρει γιατί πέρα απ όσα ακούστηκαν στο χωριό, χρειάστηκε να μαντέψω αρκετά και να προσθέσω κομμάτια από άλλες ιστορίες που έχουν συμβεί και είναι πολύ πιθανόν να συνέβησαν και στη δική μας ιστορία.
Το όλο εγχείρημα ξεκίνησε στην 3η εγκυμοσύνη της γυναίκας του. Τότε η πρώτη η Μαρία ήταν στην προχωρημένη εφηβεία και η δεύτερη Νίκη ίσα που έμπαινε. Το έντονο πρόβλημα αγαμίας που αντιμετώπιζε ο μπαμπάς ήταν πως η Γεωργία η γυναίκα του δεν άντεχε να πηδιέται στις εγκυμοσύνες της και αρνιόταν κάθε σεξουαλική επαφή μαζί του. Ο Βαγγέλης ήταν γραμματικός στο χωριό του και ως εξουσία το έπαιζε μάγκας. Κάθε φορά που έμενε έγκυος η Γεωργία αυτός μεθούσε τα βράδια στο καφενείο και την έπεφτε σε κάθε θηλυκό με προτίμηση τα μικρά. Κάποιο βράδυ (βγήκε μετά στη φόρα) και επειδή όλες τον ήξεραν και τον απέφευγαν, πήγε στο σπίτι της αδελφής του που έλειπε στην πόλη. Χτύπησε την πόρτα και του άνοιξε η μικρή της κόρη. Της ζήτησε να τον κεράσει ένα ούζο. Η μικρή με την οικειότητα της συγγένειας του έφερε ένα ούζο που το ήπιε μονορούφι και μετά άρχισε να την χαμουρεύει. «Τι όμορφα μαλλάκια που έχεις!! Θα γίνει πολύ όμορφη, έχεις τόσο λεπτή μέση, ένα να δω λίγο το στήθος σου..» και τέτοια.
Η μικρή δεν ενέδωσε και τον απόφευγε μέχρι που μπήκε μέσα ο πατέρας της. Άκουσε το Βαγγέλη να κολλάει στη μικρή και όρμισε και του μαύρισε το μάτι. Είδε και αποείδε ο Βαγγέλης τα μάζεψε και γύρισε στο σπίτι. Δικαιολογήθηκε στη γυναίκα του ότι χτύπησε σ' έλα κλαδί στο δρόμο και όλα καλά. Η γυναίκα του ήταν καχύποπτη και υπέθεσε ότι κάποιος καβγάς είχε γίνει. Ετοιμαζόταν για ανάκριση, αλλά σταμάτησε γιατί έτρεξε η κόρη να του βάλει κομπρέσες στο μάτι και τσιρότα. Η Μαρία, η μεγάλη ,άκουσε την έντονη συζήτηση και σηκώθηκε από το κρεβάτι φορώντας το νυχτικάκι της. Ήταν αργά και η μάνα που ήταν 6μηνών έγκυος, δεν άντεχε πολλά και πήγε στο δωμάτιό της αφήνοντας την Μαρία να περιποιηθεί τον πατέρα της.
Ο Βαγγέλης κοιμόταν αυτούς τους 6 μήνες της εγκυμοσύνης στο ντιβάνι του διαδρόμου. Εκεί που τον είχε εξορίσει η γυναίκα του. Η Μαρία τον λυπόταν γιατί ήξερε από τους καβγάδες με τη μάνα της, ότι δεν τα πάνε καλά και υποφέρει. Αυτός είχε 6 μήνες να πάει με γυναίκα και τώρα το κοριτσάκι του, μοσχομύριζε σαν κουφετάκι. Μέσα στη ζάλη του από το ούζο και τη γροθιά που έφαγε, την αγκάλιασε για να την ευχαριστήσει για την περιποίηση αλλά τα χέρια του πέρασαν κάτω από το νυχτικό και σε λίγο μέσα στο εσώρουχο. Η Μαρία για μια στιγμή βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Τον αγαπούσε, σαν το αρσενικό του σπιτιού κι από την άλλη τα τσούγκριζε τακτικά με τη μάνα της διεκδικώντας την θέση της στην ιεραρχία του νοικοκυριού, έτσι τον άφησε να παίξει για λίγο μαζί της. Του επέτρεψε να την χουφτώσει. Το έβλεπε σαν υποχρέωση, σαν ανάγκη. Ίσως αν τον καλμάρει λίγο, να σταματήσουν οι γλώσσες του χωριού να τον θεωρούν "μπήχτη" και καμάκι.
Μεγάλο το ρίσκο, αλλά ξέρεις όταν μεγαλώνει η τρίχα και γυρίζει μέσα στο μουνάκι, έχει περίεργά αποτελέσματα. Καινούρια συναισθήματα ξεπηδούν σε συνδυασμό με τις νεανικές ορμόνες που ανεβαίνουν στο κεφάλι και σε πνίγουν. Σε τυφλώνουν και θέλεις να τα νοιώσεις όλα. Οι μαγικές δυνάμεις της φύσεις είναι τόσο δυνατές που δεν κοιτάζεις ποιος είναι το αρσενικό. Δεν ξέρεις τι θα γίνει, αλλά θέλεις να μάθεις μέχρι θανάτου το παρακάτω στόρυ. Όταν νοιώσεις το χνώτο του δίπλα στο αφτί σου, όταν ακουμπήσει το μουστάκι του στο λαιμό σου, όταν το χέρι του σου τρίβει το κωλαράκι μέσα απ το εσώρουχο, τότε νοιώθεις σαν να θέλεις να κατουρήσεις χωρίς να κατουριέσαι. Κι όμως λίγα τσισάκια έτρεξαν σαν δάκρυα μέσα από τη σχισμάδα της Μαρίας εκείνη τη στιγμή που ο μπαμπάκας την έτριβε με το δάχτυλο του πάνω κάτω.
Έγειρε το κεφάλι της πάνω στο δικό του, δείχνοντας την θετική της πρόθεση και την αποδοχή των προκαταρκτικών χωρίς να είναι σίγουρη για το τι θα επακολουθήσει. Φόβος και λαχτάρα μαζί. Με την εμπιστοσύνη στον μπαμπά ότι δεν θα την πονέσει, άφησε ένα χαριτωμένο αναστεναγμό να βγει από το δαχτυλιδένιο στόμα της. Τότε ο Βαγγέλης πήρε θάρρος και άρχισε το χαμούρεμα της κόρης του, που εκείνη το δεχόταν με χαρά.
Για να μην τους πιάσει η μάνα, τον πήρε στο δωμάτιό της που κοιμόταν και η μικρή της αδελφή η Νίκη. Εκεί δεν χρειάστηκε πολύ ο Βαγγέλης για να την γδύσει και να απολαύσει το θεϊκό κορμάκι της κόρης του. Χωρίς κανένα ενδοιασμό κι από τους δύο της πήρε γλυκά γλυκά την παρθενιά και την έκανε να στενάξει πολλές φορές μέχρι το πρωί. Η Μαρία δεν ήξερε αν είναι καλό ή κακό να σε πηδάει ο ίδιος πατέρας σου, όμως το ένοιωθε σαν υποχρέωση για να καλύψει της ανάγκες του. Ήταν μια όμορφη συνεύρεση και πολύ διασκεδαστική. Από την κοινωνία μαθαίνουμε ότι είναι κακό αλλά εδώ υπάρχουν άλλες προτεραιότητες. Ο Βαγγέλης την πηδούσε σχεδόν καθημερινά για 5 ακόμα μήνες μέχρι να γεννηθεί η τρίτη της αδελφή.
Υπήρχε όμως και κάποιος άλλος στο ίδιο δωμάτιο με τον Βαγγέλη και τη Μαρία. Δυο μάτια άνοιγαν και παρακολουθούσαν. Συνηθισμένα στο μισοσκόταδο έβλεπαν τα πάντα.
Η Γεωργία τα είχε καταλάβει όλα αλλά τα άφηνε να κυλίσουν γιατί δεν άντεχε το σεξ στην εγκυμοσύνη. Μετά τον τοκετό όλα πάλι ήρθαν ρολόι. Όμως υπήρχε κάτι πίσω που είχε ξεκινήσει και είχε απαιτήσεις. Ήταν η Μαρία που είχε γίνει γυναίκα και διεκδικούσε τον μπαμπά της πολύ περισσότερο από πριν. Οι τσακωμοί με τη μαμά τώρα, ήταν ομηρικοί. Μέχρι που η Γεωργία υπέκυψε και υπόμενε να βλέπει τον Βαγγέλη στο δωμάτιο των κοριτσιών 1-2 φορές την εβδομάδα. Ο καιρός περνούσε και η Νίκη μεγάλωνε και ήθελε το μερίδιό της.
Ένα βράδυ λοιπόν που ο Βαγγέλης είχε ξεσκεπάσει η Μαρία και την ώρα που μάζευε με τη γλώσσα του τα υγρά στο γλυκό μουνάκι της, η Νίκη σηκώθηκε από το κρεβάτι και ήρθε να ξαπλώσει δίπλα τους αφού πρώτα έβγαλε το κιλοτάκι της. «Θέλω κι εγώ» του λέει με θράσος ανοίγοντας διάπλατα τα αφράτα μπουτάκια της. «Τόσο καιρό που σας βλέπω, με φαγουρίζει του μουνάκι μου και το τρίβω μόνη μου» τους λέει. Η Μαρία ένοιωσε κάπως περίεργα αν και οι δύο τους ήταν πολύ απρόσεκτοι στο σεξ, βογκούσαν! Οπότε ήταν θέμα ημερών να γίνει και με τη Νίκη. Αυτό τρέλαινε το Βαγγέλη που έκανε τρίο με τα κορίτσια του και βέβαια αμελούσε την γυναίκα του.
Μια καθυστέρηση της περιόδου της Μαρίας τον έκανε να σκεφτεί λίγο πιο σοβαρά τα πράγματα. Πέρασαν δέκα μέρες αγωνίας μέχρι που ήρθε πάλι και ευτυχώς δεν είχαν κι άλλες εγκυμοσύνες. Βέβαια την περίοδο της Μαρίας την πλήρωνε η Νίκη που την ξεπάτωνε κυριολεκτικά. Ήταν και πιο χαδιάρα από τη μεγάλη, του έκανε και πίπες, τον άφηνε να την πηδάει από το κωλαράκι. Άρχισε να διεκδικεί τον μπαμπά περισσότερο.
Η Μαρία μετά από λίγα χρόνια έφυγε στην πόλη κι έπιασε δουλειά σε κάποιο μεγάλο πολυκατάστημα. Όμως κάθε Κυριακή πήγαινε στο πατρικό της για να δει την οικογένεια και τον μπαμπά. Όσο περνούσε ο καιρός ένοιωθε και πιο παραμελημένη. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από το βράδυ εκείνο με τη γροθιά στα μούτρα του μπαμπά. Η μικρότερη η Ευτυχία άρχισε να σχηματίζεται κι αυτή σε μια δεσποινίδα. Κάποια στιγμή η Νίκη της έσκασε το μυστικό. «Ο μπαμπάς χαϊδεύει τη μικρή. Την παίρνει με το μηχανάκι και χάνονται ώρες» . Η Μαρία ένα απόγευμα τους ακολούθησε. Έφτασαν σε ένα απόμερο δασάκι κι εκεί ο Βαγγέλης έβγαλε το πουλί του και το έδωσε στην Ευτυχία να το πιπιλίζει. Εκείνη το έβρισκε παιχνίδι , χαριεντιζόταν μαζί του και γελούσε.
Αυτό ήταν και η χαριστική βολή στις σχέσεις των κοριτσιών με τον πατέρα τους. Δήλωσαν αμέσως στη μάνα ότι θα πάνε στην αστυνομία και θα καταγγείλουν «βιασμούς κατ’ εξακολούθηση από τον πατέρα τους.» Εκείνη έκυψε το κεφάλι και έδωσε την συναίνεση της γνωρίζοντας όλη την αλήθεια. Δεν θα μπορούσε να αρνηθεί. Βέβαια ποιος ήταν ο ηθικός αυτουργός σε όλη αυτή την υπόθεση; Μα η Γεωργία βέβαια. Αν του καθόταν στις εγκυμοσύνες της ίσως να μην έφτανε το πράγμα ως εδώ. Μπορεί και όχι.. Ο λαός λέει και το άλλο. Αλλοίμονο που το έχει η κούτρα του να κατεβάζει ψείρες!!
Ο Βαγγέλης οδηγήθηκε στον εισαγγελέα που στηρίχθηκε στις καταγγελίες της Μαρίας και της Νίκης και με την μαρτυρία της Γεωργίας κλείστηκε φυλακή ως δράστης ενδοοικογενειακής βίας. Ως «βιαστής» λοιπόν πήγε μέσα ένας άνθρωπος που απλά ήθελε να αδειάζει το σακουλάκι του τακτικά και που μοίραζε σε όλες της γυναίκες της οικογένειας χαρά και ικανοποίηση για αρκετά χρόνια.
Τώρα πια έχοντας εκτίσει ένα μεγάλο μέρος της ποινής του, αφέθηκε ελεύθερος και βέβαια ζει μακριά από της γυναίκες που τον χάρηκαν τόσα χρόνια και τον πρόδωσαν από ζήλεια. Είναι αγνώστου διαμονής.
Μπουκ Χιλλ.
5 days ago